• .
  • .
  • .

Η Αρμάνικη (βλάχικη) ιστορία και πολιτιστική κληρονομιά σε εκδήλωση του 1ου δημοτικού σχολείου Ωραιοκάστρου.

Ιουνίου 27, 2017
Από

Εκδήλωση για το παρελθόν του βλαχόφωνου ελληνισμού, απέναντι στην άγνοια και  τις   στερεότυπες αντιλήψεις περί Βλάχων,

διοργάνωσε  ο σύλλογός διδασκόντων του 1ου δημοτικού σχολείου με θέμα «τα βλαχοχώρια στην Μακεδονία το 1900» και  ομιλητές τους εκπαιδευτικούς – ερευνητές και συγγραφείς Α. Κουκούδη και  Κ. Λέντζιου- Τρίκου.

Επίσης δόθηκε η δυνατότητα στους κατοίκους του Ωραιοκάστρου να επισκεφθούν την έκθεση φωτογραφίας  με το ίδιο θέμα του Ιδρύματος του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα που λειτουργούσε   στο χώρο του σχολείου.

Κατά γενική ομολογία των συμμετεχόντων υπήρξε μια από τις πιο ποιοτικές εκδηλώσεις της χρονιάς στο Ωραιόκαστρο.

Η Αρμάνικη (βλάχικη) πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί συστατικό στοιχείο της ιστορίας και του πολιτισμού του τόπου μας και ευτυχώς τα τελευταία χρόνια σημειώνεται μια  συστηματική έρευνα μελέτη και παρουσίαση της.

Ο  φωτογραφικός φακός αποτύπωσε στις αρχές του 20 ού αιώνα, τις πολλαπλές βλάχικες τοπικές, οικονομικές, δημογραφικές, πολιτιστικές ταυτότητες.

«Είναι αλήθεια» τόνισε ο Α. Κουκούδης,  «πως, μέχρι και σήμερα, κυριαρχούν κάποιες ισχυρά στερεότυπες αντιλήψεις περί Βλάχων».

Και συνέχισε λέγοντας ότι  δυστυχώς, είναι πολλοί αυτοί που αγνοούν τις πολλαπλές οικονομικές δραστηριότητες και το εύρος της κοινωνικής διαστρωμάτωσής των βλάχικων πληθυσμών.

Οι δύο εκλεκτοί εισηγητές, ο Α. Κουκλούδης και η κα Κ. Λέντζιου- Τρίκη

Αναφέρθηκε στον  ρόλο των Βλάχων ως συνδημιουργοί της αστικής ελληνορθόδοξης κοινότητας στα μεγάλα  αστικά  κέντρα, όπως Θεσσαλονίκη και  Μοναστήρι,  από τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και μέχρι την απελευθέρωση και στις παραγνωρισμένες διαστάσεις της ιστορικής τους ταυτότητας. Δεκάδες οικογένειες από την Κλεισούρα, το Νυμφαίο, τη Βλάστη, το Πισοδέρι, το Μοναστήρι, το Κρούσοβο, το Μεγάροβο, το Τύρνοβο, τη Νιζόπολη, τη Μηλόβιστα, το Γκόπεσι, τη Ρέσνα, την Αχρίδα, τα Βελασσά, αλλά και από τα μητροπολιτικά βλαχοχώρια κατά μήκος της Πίνδου

δημιούργησαν μικρές ή μεγαλύτερες παροικίες στις  αναπτυσσόμενες  μεγαλουπόλεις  των Βαλκανίων.

         Οι  Βλάχικες κοινότητες ή το βλάχικο στοιχείο  έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στους κόλπους της τοπικής  ρωμέικης  κοινότητας σε όλα τα αστικά κέντρα της Μακεδονίας. Κι όπως ανέφερε χαρακτηριστικά στα 1900, οι Βλάχοι της Θεσσαλονίκης δεν αποτελούσαν απλά ένα σημαντικό μέρος της δημογραφικής δύναμης της τοπικής  ελληνορθόδοξης κοινότητας,

αλλά παρουσίαζαν την πλέον δυναμική οικονομική, κοινωνική, πολιτισμική και πατριωτική δράση.

Οι Ολύμπιοι Βλάχοι και ιδιαίτερα οι Λιβαδιώτες αποτελούσαν το πολυπληθέστερο στοιχείο ανάμεσα στους Θεσσαλονικείς Βλάχους, ενώ πρωταγωνιστικό ρόλο με οικονομική δεινότητα είχαν οι Κλεισουριώτες που διέθεταν πολύ στενές επαφές  με τις δυναμικές παροικίες που είχαν από καιρό σχηματίσει στις πόλεις της Αυστροουγγαρίας, της Σερβίας, μέχρι τη Δρέσδη και την Οδησσό και επιπλέον στην Κωνσταντινούπολη. Οι παροικίες αυτές είναι προφανές πως λειτούργησαν ενισχυτικά ως ένα δίκτυο αλληλοϋποστήριξης για τις πάσης φύσεως οικονομικές δραστηριότητές τους

Οι Βλάχοι από απλοί βιοτέχνες, μικρέμποροι και επαγγελματίες ορισμένοι εξελίχθηκαν σε δυναμικούς παραγγελιοδόχους και χονδρέμπορους με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και σημαντική επιρροή στους κόλπους της κοινότητας. Όπως ο Σίμος Σιμώττας και ο γιος του Γιαννάκης, μεγάλοι υφασματέμποροι με εμπορικές διασυνδέσεις με την Ευρώπη και τη μακεδονική ενδοχώρα και ο Γεώργιος Τορνιβούκας, μεγάλος καπνέμπορος όπως και ο γιος του Κωνσταντίνος που αργότερα ήταν ιδιοκτήτης του φημισμένου ξενοδοχείου Ολύμπιον Μέγαρον της Μεσογείου – Mediterrane στην παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης.

Οι Νυμφαιώτες Βλάχοι  εγκαταστάθηκαν αρχικά ως χρυσοχόοι, ράφτες και βαφείς. Αρκετοί από αυτούς εξελίχθηκαν σε ιδιαίτερα δραστήριους εμπορευόμενους και μεταπράτες. Στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα οι καπνεμπορικοί οίκοι Σωσσίδη, Λιάτση, Μίσιου, Νίκου, Κίκη και Τορνιβούκα από την Κλεισούρα και το Νυμφαίο, έχοντας ως κέντρα τους τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη,

ανέπτυξαν ισχυρά οικογενειακά δίκτυα στις καπνοπαραγωγικές αγορές των Γιαννιτσών, των Σερρών, της Δράμας, της Καβάλας και της Ξάνθης και τα κέντρα προώθησης στην Κωνσταντινούπολη, την Αίγυπτο και την Ευρώπη.

Ανάλογο παράδειγμα είναι και η οικογένεια Μπουτάρη με καταγωγή από το Νυμφαίο. Με ενδιάμεσο σταθμό τη Νάουσα, τα μέλη της οικογένειας Μπουτάρη εξελίχθηκαν σε αξιολογότατους οινεμπόρους. Κάποιοι από τους κεφαλαιούχους έγιναν σαράφηδες και αργότερα τραπεζίτες και τσιφλικάδες, όπως οι Μιχαήλβεης από Κρούσοβο – Σέρρες, Οικονόμου από Νυμφαίο, Τσικαρδέκος από Βελασσά, Κοβτσιντάρης και Σκαπέρδας από το Κρούσοβο, Παπάζογλου από Μοναστήρι.

Δίπλα στους μεγάλους επιχειρηματίες και κεφαλαιούχους βρέθηκαν φτωχοί βιοπαλαιστές που αναζήτησαν εδώ πελατεία για τις τέχνες τους, όπως καζαντζήδες, σιδεράδες, πεταλωτές, ράφτες και χρυσοχόοι από το Κρούσοβο, ράφτες και χρυσοχόοι από το Μεγάροβο και το Τύρνοβο, μαχαιροποιοί από τη Σαμαρίνα και ένα μεγάλο πλήθος από χανιτζήδες, καφετζήδες, φουρνάρηδες, χασάπηδες και μαγαζάτορες από τα βλαχοχώρια του Ολύμπου και όλα σχεδόν τα άλλα γνωστά βλαχοχώρια. Οι τάξεις όμως όλων αυτών των ανθρώπων της αγοράς

δεν άργησαν να γεννήσουν μορφωμένους ανθρώπους και επιστήμονες.

Οι τσελιγκάδες των Ολύμπιων και των Βεργιάνων Βλάχων, των Αρβανιτόβλαχων της Κεντρικής Μακεδονίας και των Γραμμουστιάνων Βλάχων από τα Μεγάλα Λιβάδια του Πάικου διατηρούσαν στενές επαφές με την αγορά της Θεσσαλονίκης, όπου προωθούσαν τα προϊόντα τους και συχνά έκαναν τις προμήθειές τους. Στην αγορά του Βαρδαρίου πωλούνταν τα βλάχικα μάλλινα και οι περίφημες βλάχικες κάλτσες. Ορισμένα μέλη των τσελιγκάδικων οικογενειών που αναζητούσαν οικονομική διέξοδο στην εμπορική και βιοτεχνική εκμετάλλευση της οικογενειακής παραγωγής και άλλες ανεξάρτητες δραστηριότητες προσπάθησαν να δημιουργήσουν σταθερότερη εγκατάσταση στην πόλη και την αγορά της.

Από όλους αυτούς τους ημινομάδες Βλάχους, οι Μεγαλολιβαδιώτες είχαν αναπτύξει τη στενότερη επαφή με τη Θεσσαλονίκη, καθώς ένα πολύ σημαντικό μέρος των φαλκαριών τους αναζητούσε χειμαδιά στους χαμηλούς λόφους γύρω από τις πλαγιές του Χορτιάτη, την περιοχή της Καλαμαριάς και μέχρι τη Χαλκιδική. Επιπλέον, τα χάνια της περιοχής Βαρδαρίου ήταν γεμάτα από Βλάχους κυρατζήδες – μεταφορείς και τσαμπάζηδες – ζωέμπορους. Οι προμήθειες της Θεσσαλονίκης σε πρόβιο κρέας γίνονταν κυρίως από τους Βλάχους της ενδοχώρας και τους Βλάχους μεσάζοντες που ήταν ήδη εγκατεστημένοι στην πόλη.

Καταλήγοντας, μετά από την παρουσίαση αυτού του πλήθους των αρχειακών πηγών, των βιβλιογραφικών καταγραφών και των προφορικών επιβεβαιώσεων δεν μπορεί να υπάρξει αμφισβήτηση της συμμετοχής των Βλάχων

στη θεμελίωση της νεοελληνικής αστικής ταυτότητας της Θεσσαλονίκης μέχρι την απελευθέρωση της, πριν από 100 χρόνια.

Η δικαιωματική και ισότιμη ένταξη τους στην τοπική ελληνική κοινότητα δεν άφησε περιθώρια επιτυχίας στις παρεμβάσεις και τις προτάσεις της Ρουμανικής Προπαγάνδας.

Απεναντίας οι ίδιοι οι Βλάχοι αντέδρασαν δυναμικά καθώς, οι ίδιες τους οι εμπειρίες επιβεβαίωναν πως δεν διαφοροποιούνταν ουσιαστικά από τους υπόλοιπους Ρωμιούς, τους υπόλοιπους Έλληνες. Όλα τα στοιχεία στο παράδειγμα της Θεσσαλονίκης πιστοποιούν το γεγονός πως οι Βλάχοι υπήρξαν και εξακολουθούν να είναι θεμελιώδες, συστατικό μέλος της Ρωμιοσύνης, του Νεότερου Ελληνισμού, της ίδιας της Ελλάδας, που διαδραµάτισαν εν τέλει  καθοριστικό ρόλο στη διαµόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας.

Για την Γράμμουστα.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε για την Γράμμουστα, αφού υπήρξε η μητρόπολη των Βλάχων του Ωραιοκάστρου.  

«Η πολιτεία της Γράμμουστας πρέπει να δημιουργήθηκε από μικρότερους οικισμούς που βρισκόταν κατά μήκος της κοιλάδας του Αλιάκμονα. Η συνένωση αυτή, πρέπει να έγινε  παράλληλα με τον σχηματισμό και των άλλων βλαχοχωρίων της Πίνδου κυρίως για λόγους ασφάλειας, λαμβάνοντας  δε υπόψη και τις παραπάνω Οθωμανικές απογραφές, μπορούμε να μιλάμε με σιγουριά ότι  αυτή πρέπει να έγινε πριν από το 1530 μΧ, γιατί από τις απογραφές αυτές προκύπτει σαφέστατα η ύπαρξη συγκροτημένου οικισμού με οικονομική δραστηριότητα πριν από αυτήν την ημερομηνία

Οι περισσότεροι από τους κατοίκους της Γράμμουστας ήταν ημινομάδες και είχαν θερινή κατοικία την Γράμμουστα. Στην τελική της οικιστική μορφή πριν από την μεγάλη καταστροφή της γύρω στα 1760- 1770 είχε τρεις μεγάλες συνοικίες γνωστές με τα ονόματα των τσελιγκάδων.

Αυτή   την περίοδο η Γράμμουστα συγκεντρώνει και τον μεγαλύτερο πληθυσμό της. Αναφέρονται 5.000 σπίτια και 40.000 χιλιάδες κάτοικοι. Οι αριθμοί σαφέστατα είναι υπερβολικοί , αλλά ενδεικτικοί της δυναμικής του οικισμού. Είναι σίγουρο ότι αναφέρονται στο σύνολο των οικισμών του Γράμμου γιατί είναι αρκετά μεγάλοι.

Η κοινωνική δομή της Γράμμουστας εμφανίζεται οργανωμένη γύρω από τους μεγάλους τσελιγκάδες των οποίων τα πλούτη  από  καταγεγραμμένες παλαιότερες προφορικές παραδόσεις παρουσιάζονται μυθικά. Ονόματα Τσελιγκάδων αναφέρουμε ενδεικτικά αυτά των Σιαπατόροι, Παπούτσα, Αρόση, Κουτσοφούσια, Λάπα κτλ.

Οι μεγαλύτερες φάρες την περίοδο της ακμής ήταν των ΧατζηστέργιουΣτάθηΠατσιούραΧατζημπίμπουΝάκου,ΧατζητζούλαΠισιώτα. Από αυτούς ξεχώριζαν οι οικογένειες του Χατζηστέργιου και του Πατσιούρα Οι Πατσιουραίοι είχαν τόσες χιλιάδες πρόβατα και τόση παραγωγή γάλακτος που είχαν κάνει πήλινες σωληνώσεις  πολλών χιλιομέτρων για να κατεβάζουν το γάλα στο τυροκομείο τους. Λείψανα των εγκαταστάσεων αυτών γνωστά σαν κιούγκια υπάρχουν στις πλαγιές του Γράμμου. Σύμφωνα με καταγραφές του G. Weigand λίγο πριν το 1907 οι εγκαταστάσεις είναι γύρω στις 305 και 2.000 άνθρωποι τις κατοικούν.

Από  την πολυπληθή δε διασπορά των Γραμμοστάνων δεν θα ήταν υπερβολικό να δεχτούμε ότι μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα και ακόμη περισσότερο σε προηγούμενους χρόνους ακμής η Γράμμουστα είχε τουλάχιστον 3.000 οικογένειες και 15.000 κατοίκους. Μόνο ο υιός του Χατζηστέργιου Χατζόπουλου, ο Κοσμάς (Μάκης) είχε 7.000 πρόβατα και αγέλες αλόγων. Ο Μπίμπος 8.000 χιλιάδες και άλογα με βοσκοτόπια στον Αλμυρό και με πολλά φλουριά κρεμασμένα στις κούνιες των μωρών. Οι Χατζηστεργαίοι φαίνεται να έχουν εκτός από τα πρόβατα μεγάλη αγέλη από φορτηγά ζώα, 20.000 χιλιάδες πρόβατα 40.000 χιλιάδες κατσίκια. Ο αριθμός από φορτηγά ζώα τους ήταν  τόσο   μεγάλος  ώστε  αναφέρεται  ότι χρησιμοποιήθηκαν  για την  κατασκευή οχυρωματικών έργων στο βιλαέτι Μοναστηρίου. Η φήμη των Χατζηστεργαίων είναι τόσο μεγάλη που καταδεικνύεται και από δύο σχετικά τραγούδια, ένα στα βλάχικα και ένα στα ελληνικά που αναφέρονται στα πλούτη  και στη δύναμη του

Ένας από τους σχεδόν άγνωστους πνευματικούς ανθρώπους που γέννησε η Γράμμουστα ήταν ο Γιάννης Νικολαΐδης, ιατροφιλόσοφος και δάσκαλος της ιατρικής. Ήταν μέλος του ιατρικού συλλόγου της Βιέννης ήδη το 1871 και μέλος της ιατρικής ακαδημίας της Βιέννης, ο πρώτος μάλιστα ορθόδοξος Χριστιανός μέλος αυτής της ακαδημίας. Το σχολείο αυτό, παρ’ όλες τις επιθέσεις που δέχθηκε η Γράμμουστα συνέχισε να λειτουργεί ως το 1800.

Η αλπική λίμνη Γκιστόβα στο Γράμμο στα ελληνοαλβανικά σύνορα.

Πολύ αργότερα, από το 1935 και κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και έπειτα λειτουργούσε σχολείο. Από το 1935 και μετά μισθοδοτούνταν από τους Τσελιγκάδες της Γράμμουστας.
Προπολεμικά αλλά και μετά από τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο αρκετοί Γραμμουστιάνων διέπρεψαν σαν γιατροί με μεγάλη προσφορά στον τόπο. Αναφέρουμε ενδεικτικά τον Ευρυπίδη Δ. Πισιώτη, γιατρό και βουλευτή, Λεωνίδα Α. Πισιώτη, καθηγητή οδοντιατρικής του Α.Π.Θ, Χρήστο Α. Πισιώτη  καθηγητή  Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών».

Μοιραστείτε το άρθρο!!!

    Σχολιάστε

    Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

    *


    9 + 1 =