• .
  • .
  • .

Η ιστορία του Ωραιοκάστρου

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΚΑΣΤΡΟΥ Από τα …πουρνάρια στη σύγχρονη πόλη Η πορεία εξέλιξης του Δήμου Ωραιοκάστρου δε θα παρουσίαζε ιδιαίτερη έκπληξη εάν δεν γνωρίζαμε ότι η σημερινή του εικόνα είναι το αποτέλεσμα μόχθου και αγώνα που άρχισε το 1922, σε μια περιοχή άγρια, γεμάτη πουρνάρια σε μέγεθος δένδρου και λιμνάζοντα νερά, τμήμα μεγαλύτερου τσιφλικιού, το οποίο νοίκιαζαν για βοσκότοπο οι Βλάχοι. Σ’ αυτήν την έκταση, μεταξύ του σημερινού Παλαιοκάστρου, Δαούτ-Μπαλή, όπως ονομαζόταν στο παρελθόν και τις άκρες της Ασπροβρύσης, Ακ Μπουρνάρ, στο βόρειο οικιστικό άκρο του σημερινού Δήμου, αποφασίστηκε η ίδρυση του συνοικισμού των Ποντίων προσφύγων,που προέρχονταν από τα χωριά της επαρχίας Αργυρούπολης, Μούζαινα Τσιμερά, Χατς, Άγιος Φωκάς, Κρώμνη, Σούρμενα, Σίστε, Λωρία και από τα χωριά της Ματσούκας. Η διαδικασία της εγκατάστασης άρχισε το 1922 και ολοκληρώθηκε το 1930, με την προσέλευση και άλλων Ποντίων προσφύγων από το Σταυρίν και την περιοχή του Καυκάσου. Συνολικά 183 οικογένειες απoτέλεσαν τους πρώτους κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι κρύβοντας βαθιά μέσα τους την πίκρα και τη νοσταλγία για τις αλησμόνητες πατρίδες, άρχισαν τον αγώνα επιβίωσης και ενσωμάτωσης στον Εθνικό κορμό της νέας τους πατρίδας. Μαζί φέρανε και τα ήθη, τα έθιμα, τα σύμβολα της τοπικής συλλογικής ταυτότητας. Το χώρο που εγκαταστάθηκαν, τοποθεσία Κρυονέρι, τον ονόμασαν Ωραιόκαστρο, από το Ωραίο Κάστρο που υπήρχε στον Πόντο, ανάμεσα στα χωριά Χατς και Άγιος Φωκάς, αφού η προέλευση των προσφύγων από διαφορετικά χωριά δεν διευκόλυνε τη μεταφορά του ονόματος, ενός από αυτά στον καινούργιο τόπο εγκατάστασης. Μέσα στη φτώχεια και τη στέρηση, οι πρόσφυγες αρχίζουν να οργανώνουν το χώρο τους, ξεχερσώνουν τα χωράφια, κτίζουν πλίνθινα σπίτια, ασχολούνται με. τη γεωργία, την κτηνοτροφία, χωρίς να είναι γεωργοί ή κτηνοτρόφοι, κουβαλούν τα πουρνάρια στη θεσσαλονίκη για να τα πουλήσουν ως καυσόξυλα, κάνουν διάφορες δουλειές του ποδαριού.

Δημιουργούν την επιτροπή αποκατάστασης προσφύγων για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους, ιδρύουν το 1928, το «Μορφωτικό Όμιλο Ωραιοκάστρου», με πρωτεργάτη τον Αριστείδη Ιωαννίδη, από τη Μούζαινα. Η θεατρική ομάδα του. συλλόγου, δίνει παραστάσεις για τη ψυχαγωγία και τη μόρφωση των κατοίκων και τα έσοδα καλύπτουν τις λειτουργικές δαπάνες του σχολείου, το οποίο ιδρύθηκε το 1932. Το 1926, το Ωραιόκαστρο, αναγνωρίζεται επίσημα ως κοινότητα του Ελληνικού κράτους και αποκτά τον πρώτο πρόεδρο της, το θεμ. Τσακαλίδη, ο οποίος παρέμεινε στο αξίωμα αυτό έως το 1960. Στη νέα κοινότητα εντάσσεται και ο οικισμός του Παλαιοκάστρου, ο οποίος, έως τότε, υπαγόταν στην κοινότητα Νεοχωρούδας. Ο οικισμός είχε ιδρυθεί το 1817 και κατοικείτο από γηγενείς και μερικούς Βλάχους. Στο Παλαιόκαστρο λειτουργούσε, προ του 1900, μονοτάξιο σχολείο στο νάρθηκα της εκκλησίας, έως το 1904 και στη συνέχεια στεγάστηκε σε οίκημα – δωρεά του Δημ. Στογιάννη. Το 1932, γίνεται η αναδιανομή γαιών, με την οποία αποκαθίστανται οι πρόσφυγες και οι γηγενείς ακτήμονες του Παλαιοκάστρου και το 1939 η διανομή των οικοπέδων. Η ζωή των προσφύγων αλλάζει, όπως αρχίζει να αλλάζει και ο τόπος. Τα πλίνθινα σπίτια αντικαθίστανται με πέτρινα και τα πέτρινα με σύγχρονα και οι χρονολογίες γίνονται σταθμοί στη ζωή τους 1932 – 1967 – 1978, η ποντιακή λύρα, στα γλέντια τους ηχεί πιο έντονα και οι ποντιακοί χοροί έχουν περισσότερη ορμή. Σχολεία, δενδροφυτεύσεις, ασφαλτοστρώσεις, έργα ύδρευσης, αποχέτευσης, φωτισμού. Ένα – ένα και όλα μαζί αλλάζουν το τοπίο και μεταμορφώνουν τον πουρναρότοπο σ’ ένα σύγχρονο, καταπράσινο προάστιο.

Το 1965, κτίζεται το πρώτο σπίτι στη Γαλήνη. Ο οικισμός δημιουργήθηκε από τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Υπαλλήλων Καπνεμπορικών Επιχειρήσεων θεσσαλονίκης, ο οποίος συστάθηκε το 1955, με σκοπό την εξασφάλιση στέγης στα μέλη του. Από τότε, μέσα στον κήπο της Γαλήνης, γιατί αυτήν την εικόνα παρουσιάζει ο οικισμός, οικοδομήθηκαν βίλες, σχολεία, εκκλησίες, ένας κόσμος ολόκληρος. Το 1981 ενώνεται με το συνοικισμό Ωραιοκάστρου και ο μικρός οικισμός Ασπροβρύσης, με 178 άτομα και σύγχρονες περιποιημένες κατοικίες, ο οποίος μέχρι τότε υπάγονταν στην κοινότητα Μελισσοχωρίου. Η Ασπροβρύση, Ακ Μπουρνάρ επί τουρκοκρατίας, αποτελούσε τσιφλίκι του Τσιαμίλ – Μπέη, και η έκταση του έφθανε έως το Παλαιόκαστρο. Η περιοχή διέθετε καλλιεργήσιμη γη, την οποίαν καλλιεργούσαν κολίγοι έλληνες και εποχικοί εργάτες από το Παλαιόκαστρο και βοσκότοπους, τους οποίους νοίκιαζε ο τσιφλικάς σε κτηνοτρόφους. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, ο Τσιαμίλ — Μπέης καταφεύγει στη θεσσαλονίκη, από όπου διαχειρίζεται το τσιφλίκι του. Νοικιάζει τα βοσκοτόπια σε τρεις οικογένειες κτηνοτρόφων από τα Μεγάλα Λιβάδια του όρους Πάικου, οι οποίοι και παρέμειναν μετά την αποχώρηση των Τούρκων και αποτέλεσαν τον πυρήνα του οικισμού.

Στο σύνολο του, σήμερα, ο Δήμος Ωραιοκάστρου αποτελεί μια αστική περιοχή, η οποία καλύπτει όλες τις σύγχρονες απαιτήσεις διαβίωσης σ’ ένα περιβάλλον που σέβεται τη φύση και τον άνθρωπο (απόσπασμα από τον Πολιτιστικό Άτλαντα της Γενικής Γραμματείας Ν.Γενιάς)

 

 

 

Η ονομασία του νέου χωριού

Ένα πρόβλημα που απασχολούσε τους κατοίκους που ήρθαν από τα χωριά νότια της Τραπεζούντας, που βρίσκονταν σε μια απόσταση από πενήντα έως εκατό χλμ. από αυτή, οι οποίοι αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία των προσφύγων που ήρθαν εδώ, ήταν και το όνομα που θα έπαιρνε το νέο χωριό, στο οποίο θα ζούσαν για πάντα και αυτοί και τα παιδιά τους. Για το σκοπό αυτό έγιναν πολλές γενικές συνελεύσεις των προσφύγων κατοίκων του χωριού, το οποίο άρχισε δειλά δειλά να σχηματίζεται στη θέση όπου τελικά επιλέχθηκε από την αρμόδια επιτροπή, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ατέρμονες συζητήσεις, διαφωνίες, αντιπαραθέσεις, που πολλές φορές ξεπερνούσαν τα επιτρεπόμενα όρια, οπότε με τις παρεμβάσεις των ψυχραιμότερων αποκαθίστατο η τάξη. Και όλα αυτά γιατί η κάθε ομάδα κατοίκων επιθυμούσε και πρότεινε να δοθεί το όνομα του δικού της χωριού στον Πόντο. Έτσι στην τελευταία γενική συνέλευση ο πρόσφυγας από το Χατς ονόματι Αναστάσιος Πολυχρονίδης, θείος του γράφοντος, εν όψει της διαφαινόμενης αδιαλλαξίας των διαφόρων ομάδων και της δεδομένης ασυμφωνίας τους και της εμμονής τους στις απόψεις τους, σε ό,τι αφορά την ονομασία του νέου χωριού, πήρε το λόγο και έκανε την εξής συμβιβαστική πρόταση και είπε: ξέρετε, ανάμεσα στα χωριά Χατς και Άγιος Φωκάς υπάρχει «Ένα Ωραίο Κάστρο» για να μη μαλώνουμε και να δώσουμε τέλος σ’ αυτή τη διαμάχη μας, να δεχτούμε όλοι να δώσουμε στο νέο χωριό μας το όνομα «Ωραιόκαστρο» σ’ ανάμνηση του Ωραίου Κάστρου.
Η πρόταση έγινε δεκτή σχεδόν από όλους τους παριστάμενους με χειροκροτήματα και επευφημίες. Και έτσι δόθηκε το όνομα Ωραιόκαστρο. Και νομίζω ότι ήταν επιτυχημένο και ωραίο όνομα σε σχέση μ’ αυτά που προτείνονταν.

Αδάμ Τσακαλίδης

Το πατρογονικό σπίτι στον Πόντο του αείμνηστου Κωνσταντίνου Παναγιωτίδη

Το πατρογονικό σπίτι στον Πόντο του αείμνηστου Κωνσταντίνου Παναγιωτίδη ενός από τους πρώτους κατοίκους του Ωραιοκάστρου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΙΣΤΟΡΙΑ


Η ίδρυση του Ωραιοκάστρου

Η εγκατάσταση των προσφύγων

Μέσα σ’ ένα αφιλόξενο τόπο, όπως εμφανιζόταν το 1922 η τοποθεσία που επιλέχθηκε από την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων. επρόκειτο να δημιουργηθεί το καινούργιο χωριό των επαναπατριζομένων, ύστερα από τόσα και τόσα χρόνια Ελλήνων του Πόντου και του Καυκάσου, το οποίο αργότερα με την κατασκευή των πρώτων σπιτιών πήρε το όνομα «Ωραιόκαστρο».

Η έκταση αυτή των 22.000 στρεμ. της συνολικής κτηματικής περιοχής, μέσα στην οποία παραχωρήθηκε αρχικά ο Γεωργικός Κλήρος το 1932 και αργότερα το 1939 τα οικόπεδα, άρχιζε προς βορρά του σημερινού Παλαιοκάστρου, που τότε λεγόταν Νταούτ-Μπαλή, και τελείωνε στις παρυφές του μικρού οικισμού της σημερινής Ασπρόβρυσης, που τότε λεγόταν Ακ Μπουρνάρ. Η περιοχή παρουσιαζόταν, ως προς τη μορφολογία του εδάφους, με πολλούς λόφους, υψώματα και ποικίλες χαραδρώσεις, από μικρές μέχρι μεγάλες, με μια ανηφορική κλίση του εδάφους από νότο προς βορρά αρκετά μεγάλη, που καθιστούσε το τοπίο αμφιθεατρικό, που κατέληγε στα βορειοδυτικά σε ορεινό όγκο, χαμηλού σχετικά ύψους 450 μ. περίπου, που το προστάτευε από τον ισχυρό βόρειο άνεμο, που έπνεε την εποχή εκείνη, τον επονομαζόμενο «βαρδάρη». Ο βαρδάρης, παλιότερα, ξερίζωνε δένδρα, στέγες σπιτιών, γκρέμιζε τοίχους και καθιστούσε προβληματική την κυκλοφορία των ανθρώπων, ιδίως των μικρών παιδιών.
Μέσα σ’ αυτήν την έκταση δεν υπήρχε ούτε ένα σπίτι, ούτε ένα δέντρο την εποχή εκείνη. Χρησιμοποιούταν σαν βοσκήσιμη περιοχή.
Έβοσκαν τα αιγοπρόβατα σκηνιτών κτηνοτρόφων, οι οποίοι νοίκιαζαν την έκταση ή μέρος αυτής, από τους Τούρκους μπέη δες που ήταν οι ιδιοκτήτες όλων των καλλιεργήσιμων και βοσκήσιμων εκτάσεων του ανταλλάξιμου αγροκτήματος Ακ Μπουρνάρ.
Η όλη περιοχή όπου από το 1922 χτίστηκε το Ωραιόκαστρο, εκτός από το χόρτο που διέθετε σε άφθονες ποσότητες, καλυπτόταν και από πουρνάρια ευμεγέθη, που ξεπερνούσαν σε ύψος τα δυο μέτρα. Τα πουρνάρια διατηρήθηκαν και υπάρχουν ακόμα και σήμερα στην ορεινή δασώδη έκταση της περιοχής, αν και τα πρώτα χρόνια αυτά τα πουρνάρια αποτελούσαν την καύσιμη ύλη για θέρμανση, το χειμώνα, για μαγείρεμα, για ζέσταμα των φούρνων, για ψήσιμο των χωριάτικων ψωμιών (3-4 κιλών το ένα).
Αμέτρητα πουρνάρια κουβαλήθηκαν στις πλάτες των προσφύγων την εποχή εκείνη και ιδίως των γυναικών από το βουνό στα σπίτια τους, για να ξεραθούν το καλοκαίρι και να χρησιμοποιηθούν το χειμώνα.
Τα πουρνάρια μερικοί τα κουβαλούσαν με γαϊδουράκια, όσοι ήταν πλούσιοι και διέθεταν το είδος του ζώου αυτού. Όσοι ήταν πλουσιότεροι διέθεταν και κάρο με άλογο. Και όσοι διέθεταν από όλα αυτά θεωρούνταν πάμπλουτοι.
Είχε, επίσης, η περιοχή πολλά υπόγεια νερά που στα χαμηλότερα μέρη σχημάτιζαν έλη με αρκετά στάσιμα νερά, με συνέπεια να φιλοξενούνταν πολλά κουνούπια που δυσκόλεψαν τα πρώτα χρόνια τη ζωή των πρώτων κατοίκων της πρώτης και δεύτερης γενιάς με την ελονοσία, η οποία ήταν η φοβερή αρρώστια της εποχής εκείνης.
Δεν υπήρξε άνθρωπος που να μην είχε προσβληθεί από την ελονοσία και να μην είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο.
Είχε, επίσης, η περιοχή και πολλά φίδια τα οποία τρομοκρατούσαν αρκετούς και ιδίως τα γυναικόπαιδα. Σιγά-σιγά τα φίδια με την ομαδική παρουσία πολλών ανθρώπων, την εγκατάστασή τους στα πρώτα σπίτια και με τη δημιουργία λίγο αργότερα του χωριού, εγκατέλειψαν την περιοχή.

Οι πρώτοι κάτοικοι

Οι πρώτοι κάτοικοι που αφίχθηκαν στο Ωραιόκαστρο, άλλοι μεν κατασκεύασαν πρόχειρες κατοικίες από πλιθιά, μικρών διαστάσεων, επειδή τα οικονομικά τους ήταν προβληματικά και οι ανάγκες πλείστες όσες, άλλοι δε φιλοξενήθηκαν στα χαμηλά, στενόμακρα σπίτια που εγκατέλειψαν οι Τούρκοι κατά την αναχώρησή τους στην περιοχή του Παλαιοκάστρου. Και τα σπίτια αυτά ήταν πρόχειρα στην κατασκευή, ετοιμόρροπα και πρωτόγονα στην εμφάνιση.
Μεγάλες οι δυσκολίες προσαρμογής στις νέες συνθήκες των πρώτων κατοίκων. Όλοι όσοι ήρθαν στο Ωραιόκαστρο στα πρώτα χρόνια αλλά και στα κατοπινά δεν ήταν στο επάγγελμα γεωργοί. Γι’ αυτούς οι δυσκολίες προσαρμογής ήταν μεγαλύτερες, διότι ήταν υποχρεωμένοι να μάθουν να ασκήσουν το νέο επάγγελμα του γεωργού και διότι όλοι αυτοί ήταν άνθρωποι διαφόρων επαγγελμάτων και βρέθηκαν στο Ωραιόκαστρο από ανάγκη. Παρασύρθηκαν από συγγενείς και φίλους και πατριώτες που προηγήθηκαν. Και ήταν πολύ φυσικό να παρασυρθούν πολλές φορές και χωρίς τη θέλησή τους, παρά το γεγονός ότι ήταν συνηθισμένοι να ζουν σε πόλείς στον εγκαταλειφθέντα Πόντο για να βρίσκονται κοντά σε γνώριμους ανθρώπους, τους οποίους ο καθένας απ’ αυτούς θεωρούσε σαν στήριγμα τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης και αποκατάστασης στην πατρίδα. Γιατί γνώριζαν πολύ καλά τις δυσκολίες και τις στερήσεις που είχαν να αντιμετωπίσουν. Πέρα απ’ αυτό ήταν και το πρόβλημα των κοινωνικών, των ανθρώπινων σχέσεων, που δεν ήταν δυνατό να δημιουργηθεί μέσα σε άγνωστο περιβάλλον με ξένους ανθρώπους στη μητροπολιτική πατρίδα, στους καινούργιους συμπατριώτες, με τους οποίους για να γνωριστούν και να αποκτήσουν σχέσεις και φιλίες έπρεπε να μεσολαβήσουν αρκετά χρόνια.
Οι ακραιφνείς Έλληνες του μακρινού Πόντου, παρά τις σφαγές και την απάνθρωπη συμπεριφορά των τουρκικών αρχών και των παρακρατικών οργανώσεων που οργίαζαν πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, διατήρησαν τα ελληνικά ήθη και έθιμα, τα σχολεία που συντηρούνταν από εισφορές πλουσίων οικογενειών του Πόντου, για να είναι δυνατή και συνεχής μέσα στη μακραίωνη ιστορία του Πόντου η διατήρηση της γλώσσας και της θρησκείας.

Από τα πουρνάρια στο Ωραιόκαστρο

Ο χώρος αυτός, που τελικά και οριστικά αποφασίστηκε για τη δημιουργία του νέου συνοικισμού που θα υποδεχόταν τους νέους κατοίκους πρόσφυγες από τον Πόντο και τη Ρωσία, ήταν μια περιοχή άγρια, αφιλόξενη, με αναπτυγμένα μόνον τα πουρνάρια σ’ όλη την έκτασή του. Μεγάλα τμήματα του χώρου καταλαμβάνονταν από λιμνάζοντα νερά, που καθιστούσαν σε πολλά σημεία, ιδίως στα χαμηλότερα, απροσπέλαστο και αδιάβατο σε ανθρώπους και ζώα. Δεν υπήρχε ούτε ένα δένδρο ή μια καλύβα πουθενά, που να υποδεχόταν τα μεσημέρια, κάπου κοντά στους χώρους των γεωργικών εργασιών, τους εργαζόμενους αποκαμωμένους χωριάτες για φαγητό και λίγη ξεκούραση.
Οι πρόσφυγες του Ωραιοκάστρου δούλευαν στα χωράφια όλη τη μέρα από την ανατολή του ήλιου μέχρι τη δύση του και πολλές φορές με πανσέληνο μέχρι τα μεσάνυχτα.
Μ’ αυτές τις γεωργικές εργασίες σε χωράφια που ακόμα δεν ήταν δικά τους, γιατί δεν είχε πραγματοποιηθεί η οριστική διανομή των χωραφιών, προσπαθούσαν να αποκτήσουν τα εφόδια, τα απολύτως απαραίτητα για να επιβιώσουν και αυτοί και οι οικογένειές τους. Εκτός από τις γεωργικές εργασίες που διαρκούσαν ορισμένους μήνες του έτους, τον υπόλοιπο χρόνο τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς οι κάτοικοι του Ωραιοκάστρου δούλευαν σ’ όλες τις δουλειές και σαν εργάτες στις οικοδομές και σαν αρτεργάτες στη Θεσ/νίκη και σαν ανειδίκευτοι εργάτες στο Λαγκαδά με 5 δρχ. μεροκάματο. Είναι πολύ δύσκολο, για να μην πω ακατόρθωτο σήμερα, η τωρινή γενιά να καταλάβει σ’ όλο τους το μεγαλείο τη φτώχεια, τις στερήσεις και τις αντίξοες συνθήκες που συνάντησαν και ήταν υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουν οι πρώτοι κάτοικοι τις δυσκολίες και τις στεναχώριες που πέρασαν για να φτιάξουν λιθάρι-λιθάρι, σπίτι-σπίτι το σημερινό Ωραιόκαστρο, το οποίο εμείς σήμερα απολαμβάνουμε.
Σ’ αυτόν το γιγάντιο αγώνα για επιβίωση, χωρίς να διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα – εργαλεία, όπως ζώα, κάρα, άροτρα κλπ., συνεχίστηκε η ζωή τους αγόγγυστα και με μεγάλη αισιοδοξία και θάρρος και τα κατάφεραν.
Ευτυχώς στο δύσκολο και σκληρό αγώνα οι πρόσφυγες βρήκαν τη συμπαράσταση των γηγενών κατοίκων του Παλαιοκάστρου, οι οποίοι βρίσκονταν, ορισμένοι απ’ αυτούς, σε καλλίτερη οικονομική κατάσταση, οι οποίοι διέθεταν μερικές φορές δωρεάν τα ζώα και τα άροτρά τους και άλλοτε με χρέωση όχι όμως με άμεση εξόφληση αλλά την εποχή του θέρους.
Βέβαια η βοήθεια αυτή δεν ήταν επαρκής, αλλά εν πάση περιπτώσει ήταν υπολογίσιμη.
Η άφιξη των προσφύγων στο Ωραιόκαστρο έγινε τμηματικά και σε διάφορες χρονικές περιόδους. Η συντριπτική πλειοψηφία τους αφίχθηκαν στα 1922 και ’23. Μερικοί προηγήθηκαν και ολοκληρώθηκε η άφιξη και εγκατάστασή τους μέχρι το 1930.

Μοιραστείτε το άρθρο!!!

    3 Responses to Η ιστορία του Ωραιοκάστρου

    1. [...] κόκκαλα προγόνων πιθανότατα τρίζουν, κάνουμε μια αντιγραφή από τη σελίδα του δήμου τους, ελπίζοντας να μάθουν κάπως από πού έρχονται και σε τι [...]

    2. Συνέλληνες !!! – Μεταρρύθμιση on Σεπτεμβρίου 16, 2016 at 00:04

      [...] Το ψάξιμο με έφερε στο site της πύλης του Ωραιοκάστρου< http://www.oraiokastronet.gr/?page_id=596 > και βρίσκω σκόπιμο να παραθέσω απόσπασμα σχετικό με [...]

    3. [...] Το ψάξιμο με έφερε στο site της πύλης του Ωραιοκάστρου< http://www.oraiokastronet.gr/?page_id=596 > και βρίσκω σκόπιμο να παραθέσω απόσπασμα σχετικό [...]

    Σχολιάστε

    Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν κοινοποιείται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

    *


    4 + = 5